Πώς ήταν η Θεσσαλονίκη όταν ξεκινήσατε και πώς τη βλέπετε σήμερα;
Ξεκίνησα την επιχειρηματική μου δραστηριότητα στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Η Θεσσαλονίκη ήταν μια πολύ μικρότερη πόλη, με πληθυσμό, όμως, που αυξανόταν ραγδαία λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης. Οι υποδομές της, ήδη ανεπαρκείς, αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στη διαρκή επέκταση. Οι περισσότεροι δρόμοι περιφερειακά του κέντρου ήταν χωματόδρομοι και τα λύματα κατέληγαν ανεπεξέργαστα στον Θερμαϊκό.
Προκειμένου να ανταποκριθεί στις στεγαστικές ανάγκες, η πολιτεία θέσπισε υψηλούς συντελεστές δόμησης, οι οποίοι παρέμειναν και υπονόμευσαν σταδιακά τη δυνατότητα μιας πιο ορθολογικής ανάπτυξης. Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι ιδιώτες κατασκευαστές, με μικρά κεφάλαια και εμπειρία, ξεκίνησαν να κατασκευάζουν, πάντα με τη μέθοδο της αντιπαροχής, τις χαρακτηριστικές πολυκατοικίες της περιόδου εκείνης. Το βασικό κριτήριο σχεδιασμού ήταν το κόστος κατασκευής, παραβλέποντας την αισθητική των όψεων ή την άνεση των κοινόχρηστων χώρων.
Παρόλα αυτά, στο πλαίσιο των οικονομικών συνθηκών της εποχής, το πρωταρχικό αίτημα της στέγασης αντιμετωπίστηκε επαρκώς. Παράλληλα, το κράτος, παρά την οικονομική δυσπραγία του, απέδωσε στην πόλη την επέκταση της νέας παραλίας, που έμελλε να γίνει χαρακτηριστικό τοπόσημο.
Προσωπικά, επεδίωξα από τις πρώτες κατασκευές μου να κτίσω μια σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες μου, τηρώντας τις υποσχέσεις μου και παραδίδοντάς τους ένα προϊόν κατά τι καλύτερο ποιοτικά και αισθητικά από αυτό που ανέμεναν και είχε συμφωνηθεί. Φρόντιζα πάντα να ενημερώνομαι για τις εξελίξεις γύρω από τη δουλειά μου και εισήγαγα από τους πρώτους τεχνολογίες καινοτόμες για την εποχή τους, όπως το έτοιμο σκυρόδεμα, οι οικοδομικοί γερανοί, οι έγχυτοι φρεατοπάσσαλοι θεμελίωσης και τα υαλοπετάσματα αλουμινίου.
Τέλος, αν και έχω κατά καιρούς κατηγορηθεί για το αντίθετο, κινήθηκα πάντα στο πλαίσιο του νόμου και δύσκολα θα συναντήσετε εργολάβο της γενιάς μου που δεν έχει κτίσει ούτε ένα αυθαίρετο τετραγωνικό μέτρο, όπως εγώ.Η επιχειρηματική μου πορεία ήταν πάντα και παραμένει συνδεδεμένη με την πόλη της Θεσσαλονίκης, την εξέλιξη της οποίας παρακολουθώ στενά με οικονομικό αλλά τώρα πια και συναισθηματικό ενδιαφέρον. Η πόλη, στο πέρασμα όλων αυτών των χρόνων, έχει αναπτυχθεί οικιστικά, έχει αποκτήσει υποδομές και έχει ξεπεράσει σεισμούς και κρίσεις.
Η ανάπτυξή της δεν ήταν γραμμική, είχε καθυστερήσεις και πισωγυρίσματα. Πολιτικές και προσωπικές αντιπαραθέσεις έγιναν κατά καιρούς αιτία να καθυστερήσουν ή να ματαιωθούν έργα και να επιλεγούν συμβιβαστικές λύσεις. Σήμερα, που οι διαφορές έχουν επιτέλους αμβλυνθεί, επιβάλλεται να ληφθούν οριστικές αποφάσεις, άμεσα εφαρμόσιμες, για θέματα όπως ο χώρος της Δ.Ε.Θ. και το θαλάσσιο μέτωπο, που μπορούν να αποτελέσουν άξονες ανάπτυξης για τις δεκαετίες που έρχονται. Αισιοδοξώ για το μέλλον της σπουδαίας αυτής πόλης. Το κυκλοφοριακό, η στάθμευση και η καθαριότητα είναι πολύ μικρά προβλήματα μπροστά σ΄ αυτά που έχει ξεπεράσει στην ιστορία της.


Τι σας οδήγησε στην απόφαση να μείνετε για να δραστηριοποιηθείτε στη Θεσσαλονίκη;
Όταν ξεκίνησα, οι οικονομικές μου δυνατότητες ήταν μικρές και η αγορά της Θεσσαλονίκης μου ήταν περισσότερο οικεία από αυτήν της Αθήνας. Με την πάροδο του χρόνου, επέλεξα να επενδύσω τα κεφάλαιά μου στην αγορά οικοπέδων, ώστε να μπορώ να κατασκευάσω τα κτίριά μου σε ιδιόκτητα οικόπεδα και να απαγκιστρωθώ από την αντιπαροχή. Η οικογένεια και η ακίνητη περιουσία που απέκτησα εδώ είναι δεσμοί που με κράτησαν στην πόλη και με οδήγησαν στην απόφαση να αφήσω την ενδεχόμενη επέκταση για τις επόμενες γενιές της επιχείρησης.
Αν ξεκινούσατε σήμερα, θα παίρνατε την ίδια απόφαση;
Αν ξεκινούσα σήμερα, χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς, δεν θα επέλεγα τη Θεσσαλονίκη, αλλά ούτε και την Αθήνα. Ο ιδανικός τόπος για να δραστηριοποιηθεί κανείς επιχειρηματικά είναι, για μένα, οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ελλάδα είναι μια υπέροχη χώρα με καταπληκτικές δυνατότητες, που δυστυχώς πνίγονται από τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης.
Τι συμβουλή θα δίνατε σήμερα στον νέο μηχανικό επαγγελματία της δεκαετίας του 2020–2030, ως προς την επαγγελματική του καριέρα στον χώρο των κατασκευών, ως προς την έδρα της δραστηριότητάς του, το είδος και τον τρόπο της επαγγελματικής του δράσης;
Για μένα, δεν έχει διαφορά ο τόπος ή η ηλικία ή το επάγγελμα που θα επιλέξει κάποιος. Όποια κι αν είναι η επαγγελματική θέση μας, από τη βάση, ως απλός υπάλληλος, μέχρι τις ανώτερες θέσεις της παραγωγικής πυραμίδας, θα πρέπει να αισθανόμαστε “ιδιοκτήτες” στη δουλειά που κάνουμε. Να την κάνουμε ευσυνείδητα, να την αγαπάμε, να είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτήν και να χαιρόμαστε για τα αποτελέσματά της. Με τέτοια χαρακτηριστικά και παρόμοια συμπεριφορά, με διαρκή ενημέρωση και φιλοδοξίες εξέλιξης, η δουλειά τελικά θα μας ανταμείψει.
Το άρθρο παρουσιάζεται και στο νέο τεύχος ΚΤΙΡΙΟ/forThess – Οκτώβριος 2025, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ΕΔΩ.