Το Μετρό ως νέα αφετηρία…
Χρόνος Ανάγνωσης: 3'

Η Θεσσαλονίκη, βρίσκεται ήδη σε μια πορεία αισθητής βελτίωσης των συγκοινωνιών της, με τη λειτουργία του Μετρό και την παράπλευρη ενίσχυση του Ο.Α.Σ.Θ. Αρκεί να συγκρίνει κάποιος τη σημερινή συγκοινωνιακή εικόνα της πόλης –ακόμα και με την αναγκαία όχληση της κατασκευής της flyover Περιφερειακής– με την απολύτως προβληματική αστική συγκοινωνία προηγούμενων ετών, για να αντιληφθεί πως η Θεσσαλονίκη έχει αλλάξει επίπεδο στον συγκεκριμένο τομέα. Η ουσιαστική αλλαγή επιπέδου όμως, θα έρθει, αν μετατρέψουμε το τέλος της κατασκευής της βασικής γραμμής του Μετρό, σε αφετηρία για την επίτευξη των επόμενων στόχων της πόλης.

Δεν πρέπει να επαναπαυθούμε στην ευφορία της έναρξης λειτουργίας του Μετρό. Ας μην ξεχνάμε πως η Θεσσαλονίκη –με την ευρύτερη Κεντρική Μακεδονία ως περιαστικό της χώρο– έχει ήδη καθυστερήσει για τους στόχους που πρέπει να θέτει, φιλοδοξώντας να έχει πραγματικό χαρακτήρα μεγαλούπολης με βεληνεκές οικονομικού και διαμετακομιστικού κόμβου για το σύνολο της Ν.Α. Ευρώπης. Η συγκοινωνιακή συνθήκη της πόλης, θα πρέπει να συμπληρωθεί και να επιταχυνθεί η εξέλιξή της με τις επεκτάσεις του Μετρό, ανατολικά και δυτικά. Αποτελεί στοίχημα της πολιτείας, να μην αισθάνονται οι Θεσσαλονικείς ότι θα περιμένουν άλλα 20-30 χρόνια για τις επεκτάσεις (ιδιαίτερα προς δυσμάς). Ιδανικά, πρέπει να διευρυνθεί με ένα πλέγμα προαστιακών σιδηροδρομικών συνδέσεων εντός της Κεντρικής Μακεδονίας και να εμπλουτιστεί με ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως τα ήδη αυξανόμενα ηλεκτρικά, φιλικά προς το περιβάλλον, λεωφορεία.

Επιπλέον, θα πρέπει να συνδυαστεί με στοχευμένες πολιτικές διαχείρισης και περιορισμού του κυκλοφοριακού φόρτου, ενισχύοντας έτσι ένα ενεργό πλέγμα συγκοινωνιακών δομών και υποδομών, το οποίο σε ένα πλαίσιο ανθεκτικότητας, θα υποστηρίζει αποτελεσματικά τον ρόλο της ως διεθνή κόμβο διαμετακομιστικού εμπορίου.

Αναγκαία είναι η ολοκλήρωση των συνδέσεων του λιμανιού της πόλης, με τα δίκτυα μεταφορών, οδικών και σιδηροδρομικών αλλά και η επιτάχυνση μεγάλων εγχειρημάτων, όπως η ανάπλαση της Δ.Ε.Θ., η ενοποίηση του παραλιακού μετώπου, η ολοκλήρωση του εγχειρήματος Thess INTEC, το κέντρο logistics στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου, οι μεγάλες αναπλάσεις του δημόσιου χώρου σε διάφορα σημεία της πόλης και ένα ενισχυμένο πλέγμα έργων και διαδικασιών πολιτικής προστασίας.

Στην εποχή της κλιματικής αλλαγής, όταν μιλάμε για ποιότητα ζωής και για οικονομική ανάπτυξη, κάθε πρωτοβουλία πρέπει να ικανοποιεί και την προϋπόθεση της ανθεκτικότητας. Η ανθεκτικότητα είναι παράγοντας άμεσα σχετιζόμενος με την προσέλκυση επενδύσεων. Πόσο ελκυστική είναι για ένα εργοστάσιο, ή έστω και για ένα εμπορικό κατάστημα, μια τοποθεσία που ενδέχεται να πλημμυρίζει 2-3 φορές τον χρόνο; Ή μια τοποθεσία, που γειτνιάζει με ένα περιαστικό δάσος; Ελάχιστα, απαντώ, αν ο επενδυτής δεν πειστεί ότι υπάρχουν οι πολιτικές, οι υποδομές και οι μηχανισμοί, που θα προστατέψουν επαρκώς την επένδυσή του, απέναντι στα ξεσπάσματα της φύσης.

Έτσι, η ανάπτυξη απαιτεί πλέον ανθεκτικότητα. Απαιτεί αντιπλημμυρική θωράκιση, απαιτεί αντιπυρική ετοιμότητα και αποτελεσματικότητα, απαιτεί αντισεισμική πρόληψη. Σ` αυτήν την τελευταία πάμε ήδη καλύτερα, χάρη και στις δράσεις που εποπτεύει το Τ.Ε.Ε. για τον προσεισμικό έλεγχο των δημόσιων κτιρίων.

Όμως και το Τ.Ε.Ε. / Τ.Κ.Μ. διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υπόμνηση της στροφής που χρειάζεται η αμυντική θωράκιση της ανάπτυξης. Θυμίζω για παράδειγμα, ότι το Τ.Ε.Ε. / Τ.Κ.Μ. έχει ψηλά στην ατζέντα του την ανθεκτικότητα, ενώ πρώτο είχε θέσει και το ζήτημα του ελέγχου παλαιών οδικών γεφυρών τη χώρας, πριν ακόμα ενταθεί ο σχετικός δημόσιος διάλογος μετά την τραγική, πολύνεκρη κατάρρευση γέφυρας στη Γένοβα της Ιταλίας, την οποία ακολούθησαν οι, ευτυχώς, αναίμακτες καταρρεύσεις οδικών γεφυρών στην Ελλάδα.

Τέλος, αν θέλουμε να μιλάμε για βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να δώσουμε το αρμόζον βάρος στη συζήτηση για τη διαχείριση των αποβλήτων, που αποτελεί ένα κρίσιμο ζήτημα για τη βιωσιμότητα και την προστασία του περιβάλλοντος. Η Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες, αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στον τομέα αυτό. Η αύξηση της παραγωγής αποβλήτων, ιδιαίτερα των αποβλήτων από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις (Α.Ε.Κ.Κ.), γεννά την ανάγκη ταχύτερης ανάπτυξης και εφαρμογής αποτελεσματικών στρατηγικών διαχείρισης. Υπενθυμίζω ότι το 2020 είχαμε δεσμευτεί να ανακυκλώνεται ή να ανακτάται κατά βάρος το 70% των παραγόμενων Α.Ε.Κ.Κ., αλλά σύμφωνα με τα στοιχεία του Ε.Ο.Α.Ν. και την έκθεση της GIZ “Βελτίωση πλαισίου διαχείρισης Α.Ε.Κ.Κ. στην Ελλάδα” (8/2020), που εκπονήθηκε στο πλαίσιο τεχνικής βοήθειας στο ΥΠ.ΕΝ., είχαμε τεράστια απόσταση από τον στόχο.

Σχεδόν πέντε χρόνια αργότερα, η απόσταση παραμένει μεγάλη, όπως και γενικότερα, απέχουμε από τους ευρωπαϊκούς στόχους για την ανακύκλωση, γεγονός που όλα δείχνουν ότι ώθησε την πολιτεία σε μια νέα νομοθετική παρέμβαση.

Ωστόσο, η αναβάθμιση των επιδόσεων ανακύκλωσης και η βελτίωση της διαχείρισης των αποβλήτων στην Ελλάδα δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση που να συνδυάζει την ενημέρωση, την επένδυση σε υποδομές, την προώθηση της κυκλικής οικονομίας, τη συνεργασία των φορέων και την ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου.


Το άρθρο παρουσιάζεται και στο νέο τεύχος ΚΤΙΡΙΟ/forThess – Οκτώβριος 2025, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ΕΔΩ.



Γράψτε ένα σχόλιο


Αποδέχομαι τους ΟΡΟΥΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΗΣΗΣ

* Όριο σχολίων: 120 λέξεις / 750 χαρακτήρες


Μεγάλοι
Χορηγοί

Μεγάλοι
Χορηγοί