ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Υπάρχει ολοκληρωμένη μελέτη διασύνδεσης του σημερινού Μετρό μέχρι την περιοχή Καλαμαριάς με άλλα μέσα (λεωφορεία, προαστιακός, τραμ κ.ά.), ώστε βραχυπρόθεσμα να καλύπτονται επαρκώς και οι υπόλοιπες περιοχές της Θεσσαλονίκης, για την αισθητή μείωση του κυκλοφοριακού φόρτου στο κέντρο της πόλης;
Η μελέτη, η οποία υπάρχει σήμερα για τη διασύνδεση του μετρό μέχρι την περιοχή της Καλαμαριάς με άλλα μέσα, είναι η “Μελέτη αναδιάρθρωσης των λεωφορειακών γραμμών”, η οποία εκπονήθηκε από το επιστημονικό προσωπικό του Οργανισμού Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης (Ο.Σ.Ε.Θ.). Η μελέτη αυτή αφορά όχι μόνο την περιοχή Καλαμαριάς αλλά και την ευρύτερη περιοχή της πόλης της Θεσσαλονίκης. Η αναδιάρθρωση των λεωφορειακών γραμμών αποσκοπεί στην καλύτερη εξυπηρέτηση των χρηστών των δημοσίων συγκοινωνιών με συνδυαστική χρήση των λεωφορείων και της βασικής γραμμής του μετρό, αλλά και της μελλοντικής επέκτασής του προς Καλαμαριά. Η συγκεκριμένη μελέτη δεν επεκτείνεται σε άλλα μελλοντικά μέσα δημοσίων συγκοινωνιών, όπως το τραμ ή η θαλάσσια συγκοινωνία στον Θερμαϊκό. Σε ό,τι αφορά τη γραμμή του προαστιακού σιδηροδρόμου, που συνδέει τον Ν.Σ.Σ. Θεσσαλονίκης με τη Σίνδο, έχει εξασφαλιστεί μόνο η διασύνδεσή του με λεωφορειακή γραμμή που εξυπηρετεί τις εκεί εγκαταστάσεις του Διεθνούς Πανεπιστημίου.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αναδιάρθρωση των λεωφορειακών γραμμών οριστικοποιήθηκε ύστερα από διαβούλευση του Ο.Σ.Ε.Θ. με όλους του δήμους της περιοχής ευθύνης του, που πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις και λαμβάνοντας υπόψη -στον βαθμό του δυνατού- τις προτάσεις των τεχνικών υπηρεσιών αυτών των Ο.Τ.Α. Η αναδιάρθρωση αυτή, που είναι αναγκαία λόγω της ένταξης του μετρό στον αστικό ιστό της πόλης, ουσιαστικά μεταφράζεται σε δημιουργία ορισμένων νέων λεωφορειακών γραμμών, σε τροποποίηση κάποιων άλλων που παραμένουν και, τέλος, σε πλήρη κατάργηση ορισμένων γραμμών η συνέχιση των οποίων δεν κρίνεται απαραίτητη. Πολλές βεβαίως γραμμές παραμένουν αναλλοίωτες.
Θα πρέπει ακόμη να τονισθεί ότι η ένταξη γραμμών μετρό σε μια αστική περιοχή διαφοροποιεί σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό τις διαδρομές των μετακινουμένων με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (Μ.Μ.Μ.), αφού ένα σημαντικό ποσοστό των χρηστών θα πρέπει να μεταβιβασθεί από το ένα μέσο στο άλλο ώστε να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του καθενός από αυτά. Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Μετρό σε σχέση με το λεωφορείο είναι η μεγάλη ταχύτητα μετακίνησης, άρα η εξοικονόμηση χρόνου των επιβατών, η μεγάλη συχνότητα των διελεύσεων των συρμών και η αξιοπιστία των δρομολογίων, καθώς και οι καλύτερες συνθήκες μετακίνησης και το καλύτερο επίπεδο οδικής ασφάλειας. Αντίστοιχα, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των λεωφορείων ως προς το μετρό είναι η μικρότερη απόσταση μεταξύ σημείου στάσης και προέλευσης ή προορισμού, η επιφανειακή εξυπηρέτηση των χρηστών του και η άμεση επικοινωνία μεταξύ επιβάτη και οδηγού.

Οι δομικές αυτές αλλαγές στο δίκτυο των δημοσίων συγκοινωνιών (Δ.Σ.) προϋποθέτουν την ύπαρξη κατάλληλου οδικού δικτύου για τη διέλευση των λεωφορείων προς και από τους σταθμούς του μετρό, τη διαμόρφωση κατάλληλων τερματικών σταθμών και σταθμών μετεπιβίβασης, αλλά και την ύπαρξη χώρων στάθμευσης πλησίον των σταθμών του μετρό, ώστε να είναι εύκολη και γρήγορη η μετεπιβίβαση των επιβατών μεταξύ διαφορετικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων και των ιδιωτικών μέσων και των Ταξί.
Οι δομικές αλλαγές στο δίκτυο των δημοσίων συγκοινωνιών προϋποθέτουν κατάλληλο
οδικό δίκτυο για τα λεωφορεία προς και από τους σταθμούς του μετρό…
Δυστυχώς, η έλλειψη ολοκληρωμένου Σχεδιασμού από τους εμπλεκόμενους φορείς, που εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι αδυνατούν να συνεργαστούν στον απαιτούμενο βαθμό, έχει οδηγήσει στη μη έγκαιρη υλοποίηση όλων των προαπαιτούμενων ενεργειών και έργων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ποιοτική εξυπηρέτηση των μετακινουμένων (μια ακόμη επίπτωση της έλλειψης Μητροπολιτικής Διοίκησης σε μια πόλη 1.000.000 κατοίκων).
Επιπρόσθετα, η αδυναμία επίτευξης της απαραίτητης διαλειτουργικότητας μεταξύ των ηλεκτρονικών συστημάτων κομίστρου –των γνωστών ΑΣΣΚ– του ΜΕΤΡΟ και των λεωφορείων αφαίρεσε τη δυνατότητα λειτουργίας του ενιαίου κομίστρου που αποτελεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την αύξηση της ελκυστικότητας και της χρήσης του συστήματος Δημοσίων Συγκοινωνιών. Σήμερα στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν δύο συστήματα ηλεκτρονικού κομίστρου στις ΔΣ της ίδιας πόλης, κάτι που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία για συστήματα που υλοποιήθηκαν το 21ο αιώνα.
Είναι άξια αναφοράς ότι:
• Στην περίπτωση του τερματικού σταθμού Ν. Ελβετίας του μετρό, το οδικό δίκτυο για την εξυπηρέτηση των λεωφορείων και των ιδιωτικών οχημάτων και ταξί ολοκληρώθηκε μετά από 6 και πλέον μήνες από την έναρξη λειτουργίας του μετρό. Ο προβλεπόμενος χώρος στάθμευσης δεν υλοποιήθηκε ακόμη, και αντ’ αυτού δημιουργήθηκε άλλος χώρος στάθμευσης από τον Δήμο Θεσσαλονίκης που δεν επαρκεί για την υπάρχουσα ζήτηση και δημιουργεί συνεχώς τριβές μεταξύ κατοίκων και χρηστών του μετρό.
• Στην περίπτωση του τερματικού σταθμού Μίκρας στην επέκταση της γραμμής του μετρό προς Καλαμαριά, δεν υπάρχει σταθμός μετεπιβίβασης πάνω από τον σταθμό του μετρό, ούτε και κατάλληλο και επαρκές οδικό δίκτυο. Η οδός Πόντου θα παραμείνει αδιάνοιχτη με εξαίρεση τα 250 μέτρα υπεράνω του σταθμού του Μετρό (δες Σχήμα 1). Δεν υπάρχει φυσικά και χώρος στάθμευσης. Η σύνδεση της οδού Πόντου με το βασικό οδικό δίκτυο (οδός Εθν. Αντίστασης – Λεωφόρος Γ. Σχολής) θα απαιτήσει κατά τα φαινόμενα στην καλύτερη των περιπτώσεων 4-5 έτη. Μέχρι τότε η μελέτη αναδιάρθρωσης των λεωφορειακών γραμμών δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην πράξη παρά μόνο μερικώς και με σημαντικά αυξημένο λειτουργικό κόστος λόγω των περιπορειών που αναγκάζονται να κάνουν τα λεωφορεία.
• Τέλος, σε ό,τι αφορά τον τερματικό σταθμό του Ν.Σ.Σ., ο οποίος προβλέπεται να εξυπηρετεί σημαντικό αριθμό λεωφορειακών γραμμών, το χρονοδιάγραμμα είναι άγνωστο αφού εμπλέκονται πέραν των άλλων φορέων και η ΓΑΙΑ Ο.Σ.Ε., που κατέχει τη έκταση γης του σταθμού μετεπιβίβασης και έχει τα δικά της επιχειρησιακά Σχέδια για την ανάπτυξη του Σιδηροδρομικού Σταθμού.
Αποδεικνύεται λοιπόν εκ των πραγμάτων ότι η έλλειψη έγκαιρου και ενιαίου σχεδιασμού και, φυσικά, η έλλειψη ενός Μητροπολιτικού Φορέα με αυξημένες αρμοδιότητες για τα θέματα αυτά, είναι μεταξύ των άλλων οι βασικότερες από τις αιτίες που δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι που τίθενται από την Κεντρική Κυβέρνηση και από τους Ο.Τ.Α. της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης. Όπως έχει ειπωθεί επανειλημμένα, είναι καιρός κάτι να αλλάξει σε αυτήν την πόλη που προϋποθέτει θεσμικές παρεμβάσεις αλλά και αλλαγή νοοτροπίας.
Μπορείτε να μας ενημερώσετε, με δύο λόγια και ένα σκίτσο, αν υπάρχει κάποιο σχέδιο για τις μέχρι σήμερα προτεινόμενες λύσεις ή τον μελλοντικό σχεδιασμό για αυτό το θέμα;
Για τον σταθμό της Μίκρας και την αναγκαία αναδιάρθρωση των λεωφορειακών γραμμών ώστε να εξυπηρετούνται οι μετακινούμενοι προς και από τον σταθμό αυτόν έχει υπάρξει εδώ και περίπου 3 έτη σχεδιασμός και σχετική κυκλοφοριακή μελέτη με πρωτοβουλία του Ο.Σ.Ε.Θ. Η πρωτοβουλία αυτή αφορά τόσο στη βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση των ζητημάτων που θα ανακύψουν όσο και στη μεσο-μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση, που έγκειται στη δημιουργία οδικών συνδέσεων του βασικού οδικού δικτύου με την υπό διάνοιξη οδό Πόντου αλλά και στη δημιουργία ή μετασχηματισμό κάποιων ισόπεδων κόμβων.

Το Σχήμα 2 δείχνει την επικρατέστερη από τις εξετασθείσες εναλλακτικές προτάσεις για τη οδική σύνδεση της οδού Πόντου με την Λεωφόρο Γεωργικής Σχολής.
Η υλοποίηση των προτεινόμενων σχεδίων που εκπόνησε ο Ο.Σ.Ε.Θ. αποτελεί αντικείμενο άλλων φορέων όπως η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, οι εμπλεκόμενοι Ο.Τ.Α., δηλαδή Καλαμαριάς και Πυλαίας-Χορτιάτη, η Ελληνικό Μετρό με τους αναδόχους της και φυσικά η προϊστάμενη αυτού αρχή που είναι το Υπουργείο Μεταφορών & Υποδομών. Η κατάσταση αυτή δυστυχώς αποδεικνύει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η συνεργασία μεταξύ των φορέων για την προώθηση δράσεων και έργων προς το συμφέρον των πολιτών αποτελεί ένα δύσκολο σπορ.
Η συνέντευξη παρουσιάζεται και στο νέο τεύχος ΚΤΙΡΙΟ/forThess – Ιούνιος 2026, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ΕΔΩ