Ποιες παρεμβάσεις και ποιες στρατηγικές επιλογές θεωρείτε καθοριστικές για την ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής και της εικόνας της Θεσσαλονίκης;
Ιστορικά και διαχρονικά η Θεσσαλονίκη υπήρξε οικονομικό επίκεντρο των Βαλκανίων και της Ν.Α. Ευρώπης, καθώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πόλης για να διαδραματίσει αυτόν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η γεωγραφική της θέση, το λιμάνι της και η εγγύτητά της με τα άλλα μητροπολιτικά κέντρα των Βαλκανίων και της Ν.Α. Ευρώπης, συνθέτουν ένα ισχυρό υπόβαθρο με τεράστια στρατηγική και οικονομική σημασία. Ο στρατηγικός ρόλος της Θεσσαλονίκης όμως επηρεάστηκε και ανακόπηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και από τις μεταπολεμικές συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή (επικράτηση καθεστώτων κλειστής κεντρικά ρυθμιζόμενης οικονομίας στα κράτη της Βαλκανικής), που περιόρισαν τον βαλκανικό της ρόλο και μετέφεραν το αναπτυξιακό της βάρος κυρίως προς την ελληνική ενδοχώρα, οπότε η Θεσσαλονίκη αντί να “βλέπει” προς τον Βορρά άρχισε να “βλέπει” προς τον Νότο και την Αθήνα.
Σήμερα, το ζητούμενο είναι ο σύγχρονος και συνεκτικός επαναπροσδιορισμός αυτού του ρόλου. Κατά τη γνώμη μου, το κρίσιμο βήμα είναι η υιοθέτηση ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης, ένα ολιστικό master plan, με σαφή εξωστρεφή προσανατολισμό, επανατοποθετώντας την πόλη στο επίκεντρο των Βαλκανίων και της Ν.Α. Ευρώπης και αποτελεσματικό μηχανισμό υλοποίησης, ο οποίος εξασφαλίζεται, μόνο αν η υλοποίηση και η παρακολούθηση του σχεδίου ανατεθεί στο υφυπουργείο Μακεδονίας–Θράκης, με άμεση θεσμική σύνδεση με την Προεδρία της Κυβέρνησης (και όχι με το υπουργείο Εσωτερικών), ώστε να διασφαλίζεται ενιαίος συντονισμός.
Μέσα από αυτόν τον ολιστικό σχεδιασμό η Θεσσαλονίκη θα αναδείξει τον μητροπολιτικό της ρόλο, ο οποίος όμως, με δεδομένη την ευρύτερη αναφορά της θα πρέπει να συντονίζεται κεντρικά.
Στο πλαίσιο ενός ολιστικού στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης, η περαιτέρω αναβάθμιση του Λιμένα Θεσσαλονίκης, πέραν της επέκτασης του 6ου προβλήτα, σε συνδυασμό με τη σιδηροδρομική και οδική του διασύνδεση με την Κεντρική Ευρώπη, μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για τη μετατροπή της πόλης σε έναν ισχυρό κόμβο logistics. Η δημιουργία ενός τέτοιου hub logistics, που θα συνδυάζει την υψηλή αποτελεσματικότητα των λιμανιών με σύγχρονες υποδομές μεταφορών (οδικούς άξονες και σιδηρόδρομο), θα ενισχύσει τη θέση της Θεσσαλονίκης στην παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού. Επιπλέον, η ενίσχυση αυτής της υποδομής, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα μεταποίησης των προϊόντων που διακινούνται μέσω του λιμανιού με υψηλή προστιθέμενη αξία, θα προσφέρει μία στρατηγική ευκαιρία για τη μετατροπή της πόλης σε σημαντικό κέντρο μεταποίησης και εξαγωγών.
Η δυναμική αυτή ενισχύεται περαιτέρω από την άμεση εγγύτητα της Θεσσαλονίκης με τις μεγάλες αγροτικές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, οι οποίες προσφέρουν τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου αγροδιατροφικού τομέα, με οργανωμένη παραγωγή, μεταποίηση και εξαγωγικό προσανατολισμό. Παράλληλα, η άφιξη τεχνολογικών και άλλων βιομηχανικών προϊόντων από την εγγύς Ανατολή και την Ασία δημιουργεί τη δυνατότητα ανάπτυξης βιομηχανίας προστιθέμενης αξίας στη Θεσσαλονίκη, με στόχο την επανεξαγωγή τους στις αγορές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης.
Με την ίδια αναπτυξιακή λογική, είναι απαραίτητο ένα βιομηχανικό re-start της Β. Ελλάδας με κέντρο την Θεσσαλονίκη και αντικείμενο τόσο τη μεταποίηση αγροτοδιατροφικών προϊόντων, όσο και την παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να ξαναβρεί τον βιομηχανικό της προσανατολισμό, μέσα βέβαια στις σύγχρονες τεχνολογίες και σε συνδυασμό με το επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει. Κεντρικό ρόλο σ’ αυτό πρέπει να έχουν ο Σ.Β.Ε., ο Σ.Ε.Β.Ε. και τα τρία επιχειρηματικά επιμελητήρια της πόλης και με προϋπόθεση φυσικά να δημιουργηθεί νέος υποδοχέας, ένα νέο σύγχρονο επιχειρηματικό πάρκο, καθώς η υπάρχουσα ΒΙ.ΠΕ.Θ. (Βιομηχανική Περιοχή Θεσσαλονίκης) είναι κορεσμένη και δεν προσφέρει πλέον τον απαιτούμενο χώρο για νέες επενδύσεις και επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Η ανάπτυξη αυτού του νέου επιχειρηματικού πάρκου, το οποίο θα φιλοξενήσει τόσο μεταποιητικές δραστηριότητες, όσο και logistics, θα δώσει τη δυνατότητα φιλοξενίας νέων βιομηχανικών και τεχνολογικών επιχειρήσεων, καθώς και logistics ενισχύοντας έτσι τη δυναμική της Θεσσαλονίκης ως κέντρο ανάπτυξης και καινοτομίας στην περιοχή.
Προτείνεται η δημιουργία ενός σύγχρονου επιχειρηματικού κέντρου στη δυτική είσοδο της πόλης, το οποίο θα περιλαμβάνει μοντέρνα, ψηλά κτίρια που θα φιλοξενήσουν τα γραφεία μεγάλων επιχειρήσεων που θα επιλέξουν τη Θεσσαλονίκη ως στρατηγικό σημείο για επενδύσεις τόσο στη Βόρεια Ελλάδα όσο και στα Βαλκάνια. Αυτή η ανάπτυξη θα δώσει ώθηση στην οικονομία και θα ενισχύσει την παρουσία της πόλης στην παγκόσμια επιχειρηματική σκηνή. Ταυτόχρονα, η Θεσσαλονίκη θα πρέπει να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες και συνεργασίες για να προσελκύσει εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, οι οποίες εκτός από την εγκατάσταση γραφείων θα επενδύσουν στην περιοχή με την παραγωγή καινοτόμων και τεχνολογικών προϊόντων, ενισχύοντας τη θέση της ως κέντρο καινοτομίας και εξαιρετικής τεχνολογίας.
Λόγω της έλλειψης πράσινου χώρου στην πόλη, είναι επιτακτική η ανάγκη για τη σύνδεση του αστικού ιστού με το περιαστικό δάσος του Σέιχ Σου, ώστε οι πολίτες να έχουν άμεση πρόσβαση σε έναν φυσικό χώρο αναψυχής και να τον απολαμβάνουν σε καθημερινή βάση. Η σύνδεση αυτή θα ενισχύσει την ποιότητα ζωής των κατοίκων και θα συμβάλει στην ενσωμάτωση του φυσικού περιβάλλοντος στην αστική ζωή.
Επιπλέον, πέρα από τις παρεμβάσεις στην Πλατεία Ελευθερίας, στην Πλατεία Αριστοτέλους και στο Ντεκ της παλιάς Παραλίας, απαιτούνται και άλλες στρατηγικές ενέργειες για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη. Η αναβάθμιση των δημόσιων χώρων, η δημιουργία νέων περιοχών πρασίνου, και η αναδιάρθρωση των υποδομών θα προσφέρουν στους πολίτες καλύτερη καθημερινότητα, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα και την ελκυστικότητα της Θεσσαλονίκης ως πόλη για εργασία, διαβίωση και τουρισμό.
Οπωσδήποτε, κεντρικό ρόλο θα διαδραματίσει η σύνδεση των επιχειρήσεων και των νέων επενδυτικών σχημάτων με τα πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ., ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΔΙΕΘΝΕΣ), αξιοποιώντας τις σημαντικότατες ερευνητικές τους δυνατότητες, καθώς και το εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό που θα τροφοδοτήσει την ανάπτυξη με αξιόλογα στελέχη και επιστήμονες.
Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, καθοριστική για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης θα είναι η ανάπλαση της Δ.Ε.Θ., με στόχο τον μετασχηματισμό της σε ένα σύγχρονο διεθνές εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η διοργάνωση ενός Διεθνούς Οικονομικού Forum Ν.Α. Ευρώπης (παρόμοιο με το Davos ή το Φόρουμ των Δελφών), με θεματολογία γύρω από γεωπολιτικά, οικονομικά, τεχνολογικά και επιστημονικά, καθώς και υποδομές της περιοχής των Βαλκανίων και της Ν.Α. Ευρώπης. Το forum αυτό θα αναδείξει τον ρόλο της Θεσσαλονίκης ως στρατηγικού επίκεντρου της περιοχής.
Αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της αναπτυξιακής πορείας είναι η αναβάθμιση του αεροδρομίου “Μακεδονία”, το οποίο θα πρέπει να αποκτήσει τη δυνατότητα προσγείωσης υπερατλαντικών πτήσεων που θα εξυπηρετούν τόσο τη Βόρεια Ελλάδα όσο και τις γειτονικές βαλκανικές χώρες.
Επιπλέον, θα πρέπει να επιλυθεί το πρόβλημα της λειτουργίας του αεροδρομίου σε συνθήκες ομίχλης και να εγκατασταθούν σύγχρονες επιβατικές γέφυρες (boarding bridges), όπως σε όλα τα μεγάλα αεροδρόμια του κόσμου.
Αυτό το αναπτυξιακό άλμα της πόλης θα συνδυαστεί με την ενίσχυση του τουριστικού τομέα γεγονός που απαιτεί τη συνέχιση της βιώσιμης ανάπτυξης του τουρισμού στη Χαλκιδική, την ενίσχυση του City Break, καθώς και την προώθηση του ιστορικού – αρχαιολογικού τουρισμού (όπως το νέο Μακεδονικό Παλάτι Αιγών), του πολιτιστικού και θρησκευτικού τουρισμού (με επίκεντρο τα βυζαντινά μνημεία και εκκλησίες), καθώς και του αναπτυσσόμενου τουρισμού ευεξίας. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ποιοτικός, ετήσιος τουρισμός, προσελκύοντας επισκέπτες υψηλού εισοδηματικού προφίλ.
Τέλος, για να ενισχυθεί η βιώσιμη ανάπτυξη της πόλης, προτείνεται η επέκταση του μετρό προς τα δυτικά, ώστε να εξυπηρετήσει τις δυτικές περιοχές της Θεσσαλονίκης, καθώς και η σύνδεσή του με το αεροδρόμιο, βελτιώνοντας τη συνδεσιμότητα και διευκολύνοντας τη μετακίνηση των πολιτών.
Παράλληλα, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί οικιστικό απόθεμα γης στους όμορους δήμους της πόλης, το οποίο θα περιλαμβάνει κατοικίες χαμηλού κόστους, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες της μεσαίας και εργατικής τάξης, χωρίς να προκαλέσει αύξηση των τιμών της γης και των ακινήτων. Αυτή η στρατηγική θα επιτρέψει την ορθολογική και βιώσιμη ανάπτυξη της πόλης, ενισχύοντας την ποιότητα ζωής των κατοίκων της.
Συνολικά, μέσα από αυτή την ενιαία αναπτυξιακή κατεύθυνση, καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα έργα, αλλά για έναν στρατηγικό σχεδιασμό που απαιτεί συνέπεια, θεσμική συνέχεια και ουσιαστική συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Μόνο έτσι η Θεσσαλονίκη μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της και να επανατοποθετηθεί δυναμικά στον ευρωπαϊκό χάρτη.
Ποιες πιστεύετε είναι οι αιτίες καθυστέρησης των μεγάλων δημόσιων έργων, από την απόφαση της Πολιτείας μέχρι την τελική ολοκλήρωση;
Οι καθυστερήσεις στα μεγάλα δημόσια έργα αποτελούν ένα σύνθετο ζήτημα, το οποίο προκύπτει από συνδυασμό θεσμικών, διοικητικών και τεχνικών παραγόντων. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο χρόνος που μεσολαβεί από τη λήψη της πολιτικής απόφασης έως την ωρίμανση των μελετών και τη δημοπράτηση του έργου είναι ιδιαίτερα μεγάλος, λόγω πολυπλοκότητας των διαδικασιών και αλλεπάλληλων εγκρίσεων. Η απουσία ολοκληρωμένου προγραμματισμού σε πρώιμο στάδιο συχνά επιτείνει αυτές τις καθυστερήσεις.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης οι αλλαγές στο θεσμικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο, οι προσφυγές κατά τη διάρκεια των διαγωνισμών, καθώς και οι απρόβλεπτες τεχνικές δυσκολίες που ανακύπτουν κατά την κατασκευή. Επιπλέον, η έλλειψη επαρκούς συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις και αναθεωρήσεις του αρχικού χρονοδιαγράμματος. Οι συνεχείς τροποποιήσεις του αντικειμένου αυξάνουν τόσο το κόστος όσο και την αβεβαιότητα υλοποίησης.
Η εμπειρία δείχνει ότι η έγκαιρη ωρίμανση των έργων, ο ρεαλιστικός σχεδιασμός, η διαφάνεια στις διαδικασίες και η αξιοποίηση της τεχνογνωσίας εξειδικευμένων τεχνικών και συμβουλευτικών σχημάτων μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στη μείωση των καθυστερήσεων και στην επιτυχή ολοκλήρωση σύνθετων έργων. Η συστηματική παρακολούθηση και η επαγγελματική διαχείριση του έργου αποτελούν κρίσιμους παράγοντες επιτυχίας.
Ο Όμιλος “Σαμαράς & Συνεργάτες” είναι ενεργά παρών σε όλα τα σημαντικά έργα που διαμορφώνουν το μέλλον της Θεσσαλονίκης, από την ολοκλήρωση του Μετρό που συνδέει το κέντρο με την ανατολική πόλη και την επέκτασή του προς την Καλαμαριά, μέχρι την υλοποίηση του έργου του Flyover, τη νέα Δ.Ε.Θ., το λιμάνι και το αεροδρόμιο “Μακεδονία”. Συμμετέχουμε, επίσης, σε στρατηγικά έργα, όπως η ανάπτυξη του στρατοπέδου Γκόνου και το Μουσείο Ολοκαυτώματος Ελλάδας, ενώ η συμβολή μας εκτείνεται και στα μεγαλύτερα ιδιωτικά έργα, όπως βιομηχανίες, logistics, εμπορικά κτίρια, ξενοδοχεία και κτίρια γραφείων. Η εμπειρία και η τεχνογνωσία μας στις διαδικασίες ωρίμανσης και επιτάχυνσης των έργων μάς επιτρέπει να γνωρίζουμε σε βάθος τις απαιτήσεις και τις προκλήσεις που ανακύπτουν κατά την εκπόνηση και υλοποίησή τους, και να συμβάλουμε καθοριστικά στην ομαλή και ταχεία ολοκλήρωσή τους. Για την επίσπευση, όμως, της υλοποίησης των έργων που αφορούν τόσο τη Θεσσαλονίκη, όσο και τη Βόρεια Ελλάδα γενικότερα, πρέπει να υπάρξει ένα άλλος κεντρικός συντονισμός.
…η υιοθέτηση ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης, το οποίο εξασφαλίζεται, μόνο αν η υλοποίηση και η παρακολούθησή του ανατεθεί στο υφυπουργείο Μακεδονίας–Θράκης, με άμεση θεσμική σύνδεση με την Προεδρία της Κυβέρνησης (και όχι με το υπουργείο Εσωτερικών), ώστε να διασφαλίζεται ενιαίος συντονισμός.
Ποια είναι τα κύρια πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της πόλης για την προσέλκυση επιχειρήσεων και νέων επενδύσεων;
Όπως ανέφερα και προηγουμένως, η Θεσσαλονίκη διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα για την προσέλκυση επιχειρήσεων και επενδύσεων, όπως η στρατηγική γεωγραφική της θέση ως πύλη προς τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, το λιμάνι, το αεροδρόμιο και η άμεση εγγύτητα με περιοχές αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής. Το εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό της, με ισχυρή ακαδημαϊκή και ερευνητική βάση, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη καινοτόμων δραστηριοτήτων και υψηλής προστιθέμενης αξίας επενδύσεων. Η πολιτιστική ταυτότητα και η ποιότητα ζωής της πόλης ενισχύουν την ελκυστικότητά της για επιχειρήσεις και στελέχη, ενώ η παρουσία νέων επιστημόνων και startups προάγει τη δημιουργία δυναμικών επιχειρηματικών οικοσυστημάτων.
Ωστόσο, η πόλη αντιμετωπίζει σημαντικά μειονεκτήματα. Υπάρχει έλλειψη οργανωμένων υποδοχέων για την εγκατάσταση επιχειρήσεων, όπως έλλειψη σε επιχειρηματικά πάρκα, καθώς και έλλειψη συνεδριακών κέντρων που να υποστηρίζουν μεγάλα συνέδρια και εκδηλώσεις.
Παράλληλα, το αεροδρόμιο “Μακεδονία” δεν διαθέτει επιβατικές γέφυρες (boarding bridges) και δεν εξυπηρετεί υπερατλαντικές πτήσεις, ενώ οι διεθνείς συνδέσεις του παραμένουν περιορισμένες, ακόμα και για σημαντικές ευρωπαϊκές πόλεις. Επιπλέον, το κυκλοφοριακό πρόβλημα της πόλης παραμένει έντονο και απαιτεί περαιτέρω έργα υποδομής για τη βελτίωση της μετακίνησης. Αυτοί οι παράγοντες περιορίζουν την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της Θεσσαλονίκης και επηρεάζουν αρνητικά το επενδυτικό κλίμα.
Παρά τις προκλήσεις, σημαντικά έργα υποδομής, που υλοποιούνται τα τελευταία χρόνια στην πόλη μας, όπως η αναβάθμιση της Ανατολικής Εσωτερικής Περιφερειακής Οδού (Flyover), η επέκταση του αεροδρομίου “Μακεδονία” και η ανάπλαση της Δ.Ε.Θ., ενισχύουν την αναπτυξιακή δυναμική της πόλης, και η στρατηγική αυτή αναμένεται να συμβάλει στην αντιμετώπιση των προκλήσεων.
Η συνέντευξη παρουσιάζεται και στο νέο τεύχος ΚΤΙΡΙΟ/forThess – Φεβρουάριος 2026, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ΕΔΩ.