Θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το θέμα, θέτοντας δύο ιστορικά ορόσημα για τη Θεσσαλονίκη και μια παραδοχή για τον ρόλο των Μ.Μ.Ε., προκειμένου να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου για το σήμερα και το αύριο της πόλης:
Το ένα ιστορικό ορόσημο αφορά στις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής επικυριαρχίας στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή, όπως και κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους και το δεύτερο αφορά στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης.
Και στις δύο αυτές ιστορικές περιόδους, που ανάμεσά τους περικλείουν ένα περίπου αιώνα, ο ρόλος του έντυπου τύπου αρχικά και των Μ.Μ.Ε. στη συνέχεια φαίνεται να συμβαδίζει με τον ρυθμό, την περιδίνηση και τις αναζητήσεις της Θεσσαλονίκης.
Κλείνοντας 400 περίπου χρόνια επικυριαρχίας στη Θεσσαλονίκη, η οθωμανική καθεστηκυία πολιτική και κοινωνική τάξη, αποφασίζει, ίσως και ως τεχνική αυτοάμυνας προκειμένου να διασφαλίσει την έτι περαιτέρω μακροημέρευσή της, να εκσυγχρονίσει τη λειτουργία της, να παρακολουθήσει ή και να μιμηθεί τη λειτουργία της Κεντρικής Ευρώπης και να δημιουργήσει συνθήκες ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των μουσουλμάνων, των εβραίων και των χριστιανών κατοίκων της, αλλά και να προβάλει πράξεις δημοκρατίας ή επίφασης δημοκρατίας, προκειμένου να πετύχει τον στόχο της.
Συστήνει λοιπόν ως αρχή διοίκησης της πόλης, το πρώτο ίσως δημοτικό συμβούλιο και το 1869 ο Οθωμανός διοικητής Σαμπρή Πασάς εκδίδει την πρώτη εφημερίδα της πόλης τη “Σελανίκ”, που ως περιεχόμενο είχε κυρίως ανακοινώσεις και διακηρύξεις της διοίκησης. Την ίδια περίοδο κυκλοφορεί η επίσης οθωμανική “Ρουμελί” και η εβραϊκή “La epoca”, ενώ ακολουθεί και η πρώτη ελληνική έκδοση, “ο Ερμής” το 1875, ενώ το 1895 ακολουθεί η πρώτη γαλλική έκδοση, υπό εβραϊκή ιδιοκτησία, η “Journal de Salonique”.
Την ίδια περίοδο, στο λυκόφως της οθωμανικής επικυριαρχίας, γκρεμίζονται τα παραθαλάσσια τείχη της πόλης (1874), ανακατασκευάζεται το λιμάνι δυτικά και χτίζεται το διοικητήριο, από Ιταλούς αρχιτέκτονες με επικεφαλής τον Βιταλιάνο Ποζέλι.
Τα τελευταία 50 χρόνια οθωμανικής κατοχής η Θεσσαλονίκη, του μεικτού πληθυσμού Μουσουλμάνων, Εβραίων και Ελλήνων χριστιανών, ξεδιπλώνει μια ιδεολογία για την πόλη, πάνω στην οποία εν συνεχεία σχεδιάζει τις παρεμβάσεις της:
• Γκρέμισμα του παραθαλάσσιου τείχους, ως πράξη εκσυγχρονισμού, αλλά και εξυγίανσης της πόλης, που έμοιαζε να ασφυκτιά από την αύξηση του πληθυσμού λόγω και της αστυφιλίας και να απειλείται η υγεία του πληθυσμού.
• Ανακατασκευή του λιμανιού, ώστε να καταστεί η Θεσσαλονίκη κεντρικό διαμετακομιστικό κέντρο Βορρά – Νότου, Ανατολής – Δύσης, παράλληλα με την επέκταση των σιδηροδρόμων.
• Επιλογές Ευρωπαίων αρχιτεκτόνων για τη μετατροπή της πόλης σε μια πόλη όμοιας αισθητικής και εικόνας με την υπόλοιπη Ευρώπη.
• Προαγωγή της ενημέρωσης και του τύπου, ως πράξη, ίσως και ως… φερετζέ, δημοκρατικότητας, εντός μιας πόλης και μιας περιοχής υπό κατοχή.
Καθώς η παρακμή του Οθωμανισμού ωριμάζει, αρχίζει να πλησιάζει η μέρα απελευθέρωσης και επανένταξης της πόλης στο ελληνικό κράτος.
Στις 12 Ιουνίου του 1903, ο Ιταλός τυπογράφος Σαλβατόρε Μουρατόρι και ο Ιωάννης Κούσκουρας, κυκλοφόρησαν στη Θεσσαλονίκη, την ελληνική εφημερίδα “Αλήθεια”, που εκδίδονταν ως το 1909, τρεις φορές τη βδομάδα, ώσπου στις 2 Ιουνίου του 1909, ο Ιωάννης Κούσκουρας, ιδρύει τη “Νέα Αλήθεια”, που ήταν η πρώτη καθημερινή απογευματινή εφημερίδα σε ολόκληρη την Ελλάδα και συνέχισε να κυκλοφορεί μέχρι το 2019. Και οι δύο αυτές εφημερίδες με τα πρωτοσέλιδά τους της 27ης Οκτωβρίου του 1912 ενημερώνουν τον κόσμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και την είσοδο του ελληνικού στρατού.
Το 1917 η Θεσσαλονίκη, έχοντας αφήσει πίσω της τους δύο Βαλκανικούς πολέμους, εν μέσω του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου κι ενώ προσπαθεί να χτίσει τη νέα της ταυτότητα, πλήττεται, σχεδόν ισοπεδώνεται, από τη μεγάλη φωτιά που ξέσπασε μέσα στα σπλάχνα της καίγοντας σχεδόν τα 2/3 της αστικής περιοχής του κέντρου.

Την ανασύνταξη της πόλης αναλαμβάνουν αυτή τη φορά οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις διοίκησης, που χαράζουν τη νέα ιδεολογία προόδου και συνέχειάς της. Ομάδα πολεοδόμων και αρχιτεκτόνων, με επικεφαλής τον Γάλλο Εμπράρ, λαμβάνουν την εντολή για τον νέο πολεοδομικό της σχεδιασμό, που καλείται να επιλύσει αυτή την πολυπαραγοντική εξίσωση: μιας πόλης – στρατώνα για πολλές δεκαετίες και καμένης στο νέο της ξεκίνημα. Η φιλοσοφία του Εμπράρ θέλει μια Θεσσαλονίκη ανοιχτή, με σαφή ρυμοτομική οριοθέτηση, με την Εγνατία –άλλη μια φορά– σπονδυλική της στήλη, με ανάδειξη της πληθωρικής ιστορικά παρουσίας πολιτισμών και θρησκειών και με ορίζοντα ματιού από το Επταπύργιο ως τον Όλυμπο. Κάπως έτσι σχεδιάζεται η Λεωφόρος της Κοινωνίας των Εθνών, ο άξονας της Αριστοτέλους, από τη θάλασσα μέχρι τα κάστρα, τοποθετώντας ως βασικό διοικητικό κέντρο της νέας αυτής ιδεολογίας, τη λεγόμενη Πλατεία Δικαστηρίων, με την κατασκευή του δημαρχείου, των δικαστηρίων και των διοικητικών υπηρεσιών. Σχέδιο που όμως ποτέ δεν υλοποιήθηκε, καθώς κάπου στη δεκαετία του 1960, οι πρώτες εκσκαφές για τη θεμελίωσή τους, έπεσαν πάνω στην Αρχαία Ρωμαϊκή αγορά! Η ιδεολογία της Θεσσαλονίκης του Εμπράρ, σκόνταψε πάνω στην ιδεολογία ανάδειξης του ιστορικού πλούτου της πόλης και επικράτησε η δεύτερη. Ακριβώς το αντίθετο από το ό,τι συνέβη με τα παραθαλάσσια τείχη στα τέλη του 19ου αιώνα!
Στις 25 Μαρτίου του 1927, καθώς η Θεσσαλονίκη προσδοκά να εισέλθει στην αναγέννησή της, απαλλαγμένη από τα δεινά των συγκρούσεων, εσωτερικών και διεθνών, ο πρωτοπόρος ραδιοφωνικός παραγωγός Χρίστος Τσιγγιρίδης πραγματοποίησε την πρώτη του ραδιοφωνική εκπομπή με την κεραία του Ναυτικού που ήταν εγκατεστημένη στον Λευκό Πύργο, δίδοντας στην πόλη τον τίτλο της πρώτης πόλης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που εισέρχεται στην μετά την εφημερίδα εποχή ενημέρωσης! Η λειτουργία του πρώτου ραδιοφωνικού σταθμού είναι απολύτως στεγασμένη κάτω από την κεντρική ιδεολογία για την ταυτότητα και την ιδεολογία της πόλης που πολεοδομικά είχε καταθέσει ο Εμπράρ.
Ας εξετάσουμε τώρα στα χρόνια μας, στα τελευταία 50 χρόνια της μεταπολίτευσης, να δούμε τι συνέβη στην πόλη, ποιος ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. και ποια η προοπτικής τους.
Η δομική διαφορά των τελευταίων δεκαετιών πριν και των πρώτων αμέσως μετά την απελευθέρωσής της και των καιρών μας, είναι η παντελής απουσία μιας σύγχρονης ιδεολογίας και στόχων για το μέλλον της και η επικράτηση της αποδοκιμασίας του αθηνοκεντρικού κράτους.
Δυστυχώς αυτό κατά την άποψή μου είναι η βασική αιτία της σύγχρονης περιδίνησης και αδυναμίας προσανατολισμού, που επιδεικνύει η Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον τα χρόνια που εγώ μεγαλώνω μαζί της.
Αυτή τη συνθήκη φαίνεται να την παρακολουθεί και η πορεία των Μ.Μ.Ε. στην πόλη μας.
Αν και ιστορικά άνθρωποι ή φορείς της πόλης έχουν ανοίξει δρόμους στον χώρο, εν συνεχεία παρέμειναν στάσιμοι. Για παράδειγμα ενώ η πρώτη μεγάλη μάχη για το σπάσιμο του κρατικού μονοπωλίου ενημέρωσης στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση δόθηκε και κερδήθηκε εδώ στη Θεσσαλονίκη, με την εκπομπή του πρώτου μη κρατικού ραδιοφώνου του “Δημοτικού Ραδιοφώνου Θεσσαλονίκης FM 100” στις 3 Σεπτεμβρίου 1987 και την εκπομπή σήματος της πρώτης μη κρατικής τηλεόρασης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη της “Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης TV 100” την 31η Δεκεμβρίου 1988, η παρουσία ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών τοπικών σταθμών σήμερα είναι ισχνή.
Ενώ ο τοπικός τύπος είδαμε ότι διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο σε όλες τις φάσεις της ιστορικής διαδρομής της πόλης και αποτέλεσε συστατικό και δομικό στοιχείο της, σήμερα η πόλη έχει επίσης ισχνή παρουσία στον χώρο του έντυπου τύπου.
Την ίδια στιγμή Θεσσαλονικείς δημοσιογράφοι είναι περιζήτητοι σε μεγάλα Μ.Μ.Ε. της Ελλάδας και ολόκληρου του πλανήτη, ενώ περαιτέρω προβληματισμό γεννά το γεγονός ότι σε δύο μεγάλα συγκροτήματα εφημερίδων των Αθηνών οι διευθυντές τους είναι Θεσσαλονικείς δημοσιογράφοι, που πριν… κατηφορίσουν στην Αθήνα εργάζονταν σε τοπικά Μ.Μ.Ε. της Θεσσαλονίκης.
Ιδιαίτερα διδακτική είναι και η ιστορία της ΕΡΤ3. Η πρώτη επίσημη τηλεοπτική εκπομπή στη Θεσσαλονίκη έγινε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1976, για την κάλυψη της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Το στούντιο βρίσκονταν στο Περίπτερο 8 και παρουσιαστής ήταν ο Τέρενς Κουίκ.
Η λειτουργία ενός τρίτου καναλιού από την Βόρεια Ελλάδα πραγματοποιήθηκε το 1988, ενώ στην Αθήνα ξεκίνησε μετά από τρεις μήνες, το 1989 και με πολλά προβλήματα. Η ΕΤ3 στο ξεκίνημα της προβολής της στην Αθήνα “χρησιμοποιήθηκε” από την ΕΡΤ ως μέσο για να καταλάβει κάποιες ελεύθερες συχνότητες, ώστε να μην επιτρέψει τη χρήση των συχνοτήτων από δημοτικούς και ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς που, μετά το σπάσιμο του κρατικού μονοπωλίου, ετοιμάζονταν να εκπέμψουν! Η ΕΤ3 λοιπόν, όταν πρωτοξεκίνησε, δεν εντάχθηκε σε έναν γενικότερο εθνικό σχεδιασμό του δημόσιου μέσου ενημέρωσης, ούτε ήρθε να υπηρετήσει κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία της πόλης. Έγινε για να καλύψει τις συχνότητες, για να εμποδίσει το άνοιγμα νέων τηλεοπτικών σταθμών!
Ίσως λοιπόν η γενικότερη απουσία ιδεολογικού υποβάθρου για την προοπτική της Θεσσαλονίκης, οι αυτοσχεδιασμοί, οι παρεμβάσεις που συνήθως λαμβάνουν υπόψη τα βιολογικά και πολιτικά όρια παρουσίας όσων σχεδιάζουν και υλοποιούν και όχι το μέλλον, να συμπαρέσυραν και τα Μ.Μ.Ε. στην κυλιόμενη ακινησία και στις αλλεπάλληλες αποτυχίες υλοποίησης μεγαλεπήβολων εξαγγελιών και… οραμάτων. Η κυρίαρχη πεπατημένη της κορδέλας, που έχει πια κριθεί και αξιολογηθεί από τα πράγματα, θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα νέο υπόδειγμα χάραξης μιας ή και περισσότερων, ίσως και αλληλοσυγκρουόμενων, ιδεολογιών για μια καλύτερη Θεσσαλονίκη! Και φυσικά βασική προϋπόθεση είναι οι συνέργειες, οι συνέργειες μεταξύ όλων όσων καθορίζουν τις τύχες της πόλης.
Να γκρεμιστεί η… πρεμούρα για το ποιος θα την… πρωτοσώσει!..
H πόλη χρειάζεται ιδεολογία και στόχους! Έχει το υπόβαθρο, έχει το δυναμικό, έχει την προοπτική, αλλά όλα αυτά μένουν στη σκιά της διαχείρισης της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν θολά οράματα, σχεδόν ανέφικτες προοπτικές, ανεδαφικές ονειρώξεις και προσωπικές ή ομαδικές εμμονές, που υπηρετούν αποσπασματικά το μέλλον κι όχι το μέλλον της πόλης και του κοινωνικού συνόλου.
Η απουσία ισχυρού πυλώνα ενημέρωσης ενισχύει αυτή τη στρέβλωση. Οι σχεδιασμοί όταν παράγονται, συζητιούνται μεταξύ λίγων ατόμων, δεν επικοινωνούνται επαρκώς, οι πολίτες εξαιτίας και της ελλειμματικής ενημέρωσης από τα Μ.Μ.Ε. και της απαξίωσης με την οποία τα περιβάλλουν είναι έρμαια σε θολές και αστήρικτες έως και ατεκμηρίωτες προτάσεις.
Τι είναι αυτό που λείπει; Τι είναι αυτό που διαφέρει στο σήμερα από το τότε;
Η σύνθεση του βασικού συστατικού κάθε πόλης, των κατοίκων της, είναι εντελώς διαφορετική σήμερα.
Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης αφορά κυρίως πολίτες που χωρίς να έχουν καταγωγή από την πόλη βρέθηκαν να ζουν και να δημιουργούν τις οικογένειές τους εντός της πόλης. Βρέθηκαν αρχικά ως φοιτητές και παρέμειναν εδώ ως εργαζόμενοι πια, ενώ ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό, βρέθηκε να ζει στη Θεσσαλονίκη, ως εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα, μετά την εφαρμογή του ΑΣΕΠ.
Ο πληθυσμός στρατιωτικών και φαντάρων, που δέσποζε εκείνη την περίοδο σήμερα είναι ελάχιστος, το προσφυγικό στοιχείο αφορά κυρίως απογόνους δεύτερης και τρίτης γενιάς, ενώ οι κοινότητες μη ελληνικού πληθυσμού, που κάποιος θα μπορούσε να διακρίνει, είναι η κινέζικη και η αλβανική, η πρώτη που καλύπτει ένα μέρος του λιανεμπορίου και η δεύτερη αφορά κυρίως εργατικό δυναμικό.
Κατά συνέπεια, ο νέος κοινωνικός ιστός της πόλης φαίνεται ότι δημιουργείται από τις νέες γενιές αυτών των κατηγοριών, από τους μαθητές και φοιτητές του σήμερα, που σε λίγα χρόνια θα αποτελούν τον πιο ομοιογενή ίσως διαχρονικά κοινωνικό ιστό της Θεσσαλονίκης, με καλές σπουδές και παραστάσεις και βιώματα καιρών ανάπτυξης, ειρήνης και γνώσης. Είναι τα παιδιά αυτών που ορίζει πολύ εύστοχα, όντας και ο ίδιος, ο Νίκος Σεβαστάκης, ως… ξενομερίτες της Θεσσαλονίκης, της ιδιαίτερα ανθεκτικής αυτής μεσαίας τάξης της πόλης, που μεγάλωσαν σε οικογένειες μορφωμένων γονιών, με ικανό εισόδημα επιβίωσης και μόρφωσής τους, χωρίς φορτίσεις και επιρροές συγκρούσεων και αιματοχυσιών.
Από αυτή την κοινωνική μαγιά θα προέλθει η νέα αστική συνείδηση της πόλης, αυτή η κοινωνική μαγιά είναι στην οποία πρέπει να δοθούν τα εφόδια, η πρώτη ύλη, για να φιλοτεχνήσει τη νέα πλοκή της Θεσσαλονίκης, τη νέα ιδεολογία της. Νέα πλοκή όχι με συνειρμούς αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά με όρους ενός νέου ιστορήματος για τη Θεσσαλονίκη.
Γι’ αυτό και απαιτείται γνώση της ιστορίας, της αρχιτεκτονικής, της πνευματικότητας και της πολεοδομίας της πόλης ανά εποχές. Για αυτό θα πρέπει να επιδειχθεί φροντίδα. Όσοι αποφασίζουν για την πόλη, οφείλουν να απευθυνθούν στις πνευματικές προσωπικότητες της πόλης, να καλέσουν να συνδράμουν όσους ζουν πια μακριά της, να απευθυνθούν σε ιστορικούς, αρχιτέκτονες και πολεοδόμους, να ζητήσουν συνδρομή, ώστε να χτιστεί η ιδεολογία για μια καλύτερη Θεσσαλονίκη και να σταματήσουμε τις σκιαμαχίες, να πάψουμε να κυνηγούμε τα… φαντάσματα του Mazower.
Ο επιστημονικός και τεχνικός κόσμος μπορεί να προσαρμόσει το ιστόρημα του πνευματικού κόσμου της πόλης σε πράξη και να προσαρμόσει τις ιδέες για το μέλλον της Θεσσαλονίκης στην εφικτή πραγματικότητα. Να πάψει να συμφωνεί ανεξέλεγκτα με κάθε τεχνικό έργο, επειδή αυτό φέρνει χρήμα σε μελετητές και εργολάβους, αλλά να ενσωματώσει και να υλοποιήσει προτάσεις που υπηρετούν την κεντρική ιδεολογία για τη Θεσσαλονίκη των επόμενων δεκαετιών.
Τα τοπικά Μ.Μ.Ε. ή και νέα που ίσως προκύψουν, μπορούν να αναλάβουν αυτή την αποστολή, ως και μια ευκαιρία εξόδου τους από τη μακρά παρακμιακή τους πορεία, ως μια ευκαιρία αναγέννησής τους.

Και μόνο με αυτό το υλικό να εμπλουτίσουν το περιεχόμενό τους και να αναλάβουν να το μεταλαμπαδεύσουν στις γενιές που έρχονται και που θα πάρουν τις τύχες της πόλης στα χέρια τους, θα ξανακάνουν αισθητή την παρουσία τους στην πόλη, θα ξαναμάθουν την πόλη να αναζητά την εφημερίδα, να ανοίγει την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, να περιπλανάται στο διαδίκτυο.
Κρίσιμος είναι και ο ρόλος της επιχειρηματικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, η οποία δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαφημιστική προβολή κάποιων αποσπασματικών και προσοδοφόρων για την ίδια πρωτοβουλιών, αλλά να έχει ενεργό ρόλο στην πόλη. Και ενεργός ρόλος σημαίνει επένδυση στα Μ.Μ.Ε., επένδυση στις μελέτες, επένδυση στο όραμα. Δεν θα διατυπώσει το όραμα της Θεσσαλονίκης η επιχειρηματική κοινότητα, θα πρέπει να επενδύσει σε αυτό. Εφόσον όμως κινεί το χρήμα, οφείλει να επιστρέψει ένα μέρος του στην πόλη, ώστε να στηριχθεί η παραγωγή μιας νέας ιδεολογίας. Οφείλουν να προστατεύσουν την πόλη τους, για να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους και το μέλλον τους.
Εμείς, η Γ.Γ.Ε.Ε. και η κυβέρνηση έχουμε δείξει κι ανοίξει έναν μικρό δρόμο. Καθιερώσαμε τη μηνιαία, τακτική ενημέρωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου να γίνεται εδώ, στη Θεσσαλονίκη, υπηρετώντας τη στρατηγική της αποκεντρωμένης ενημέρωσης, στηρίζοντας με αυτό τον τρόπο τον ρόλο των Μ.Μ.Ε. της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής.
Από τις αρχές του έτους που διανύουμε, υπηρετώντας την ιδεολογία ανάδειξης και προάσπισης του δημοσιογραφικού ρόλου στις σύγχρονες κοινωνίες, ιδρύσαμε Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης για την ασφάλεια των δημοσιογράφων και άλλων επαγγελματιών Μ.Μ.Ε., μοναδικό σε ολόκληρη της Ευρώπη, με τη σύμπραξη του δήμου, της Π.Κ.Μ., του Α.Π.Θ., της ΕΣΗΕΜΘ, του ΑΠΕ-ΜΠΕ, της ΕΡΤ3 και της δημοτικής τηλεόρασης, που ήδη παρέχει υπηρεσίες εκπαίδευσης σε δημοσιογράφους και δημόσιους λειτουργούς από την Ελλάδα, αλλά και από άλλες χώρες, το οποίο αναγνωρίζεται ήδη από μεγάλους διεθνείς οργανισμούς (Ο.Η.Ε., Ο.Α.Σ.Ε., Σ.τ.Ε.) και προτείνεται ως καλή πρακτική και σε άλλες χώρες. Η Θεσσαλονίκη γίνεται κόμβος και σημείο αναφοράς και ενδιαφέροντος για τα εγχώρια, αλλά και διεθνή Μ.Μ.Ε.
Τα τοπικά Μ.Μ.Ε. μπορούν να αξιοποιήσουν τη συγκυρία, ενώ οι φορείς της πόλης να αξιοποιήσουν αυτό το υπόδειγμα, ως βάση ενός νέου βηματισμού, ως πρωτογενές υλικό χάραξης μιας νέας ιδεολογίας για την πόλη, που τόσο την έχει ανάγκη!
Ωραία προσπάθεια διασύνδεσης των ιστορικών συνθηκών με τον Τύπο και τα ΜΜΕ της πόλης κάθε εποχής και παρεμβολή τους στο παρών και το μέλλον. Η απουσία μιας μακροπροθεσμης στρατηγικής και ενος συνεκτικου σχεδίου “από τα σπλάχνα” της πόλης φαίνεται να συνοδεύει τις προσπάθειες κάθε εποχής μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου είναι καταδικασμενες να αποτύχουν. Η αλήθεια του ισχυρισμου φαίνεται ξεκάθαρα από τα χρόνια που πέρασαν ατελεσφορα καθώς και πόσο απαραίτητα είναι αυτά τα στοιχεία προκειμένου να γνωρίσει ο κλάδος μια βιώσιμη ανάπτυξη.