Οι διαχρονικές παθογένειες στην υλοποίηση των τεχνικών έργων στη Θεσσαλονίκη
Οι διαχρονικές παθογένειες στην υλοποίηση των τεχνικών έργων στη Θεσσαλονίκη

Οι διαχρονικές παθογένειες στην υλοποίηση των τεχνικών έργων στη Θεσσαλονίκη

Χρόνος Ανάγνωσης: 5'
02 Ιούλ 2026
forthess
Οι διαχρονικές παθογένειες στην υλοποίηση των τεχνικών έργων στη Θεσσαλονίκη
Χρόνος Ανάγνωσης: 5'

Η Θεσσαλονίκη διατηρεί το “προνόμιο” της εξής διαχρονικής στρέβλωσης. Από τη μία να είναι η πλέον πλούσια πόλη σε επίπεδο παραγωγής μελετών, οραματικών σχεδιασμών, και αναπτυξιακών μοντέλων. Η παραγωγή προγραμματικού σχεδιασμού σε κάθε επίπεδο ξεπερνά κατά πολύ ακόμη και αυτόν της πρωτεύουσας κατ’ αναλογία. Από την άλλη όλη αυτή η μελετητική πανσπερμία σπανίως καταλήγει σε υλοποίηση των απαραίτητων έργων υποδομής χωρίς εκτροχιασμό τους, είτε χρονικό είτε χρηματικό.

Αποτέλεσμα αυτής της παθογένειας είνα είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων τα έργα να υλοποιούνται σε χρόνους που τα καθιστούν πλέον ανεπίκαιρα και εκτός του αρχικού τους σχεδιαστικού πλαισίου (με συνεπακόλουθη την ανάγκη τροποποίησης – επικαιροποίησής τους), είτε να παραμένουν κενό γράμμα στις καλένδες των εκάστοτε φορέων υλοποίησης σε κεντρικό ή και τοπικό επίπεδο. Υπάρχουν ασφαλώς και ορισμένα έργα τα οποία ξεφεύγουν από αυτό το μοτίβο και ολοκληρώνονται με συντονισμό και ορθολογική παρακολούθηση, εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων τους, αποτελούν όμως μάλλον θετικές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον άνωθεν κανόνα.

Ποιες είναι όμως οι βασικές αιτίες που οδηγούν σε αυτό το μοντέλο της διαχειριστικής υστέρησης στη Θεσσαλονίκη; Μπορούν πιστεύω να αναφερθούν τρεις ουσιώδεις:

1. Η Θεσσαλονίκη στερείται ενός ουσιαστικού χωροταξικού σχεδιασμού, με μητροπολιτικά χαρακτηριστικά, που θα προέρχεται μέσα από στρατηγικό σχεδιασμό για το επιδιωκόμενο μοντέλο ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής και τον ρόλο της Θεσσαλονίκης μέσα σε αυτόν, συμμετοχικό σχεδιασμό και διαβούλευση όλων των εμπλεκόμενων μερών (και ασφαλώς και της κοινωνία των πολιτών), καθώς και ισχυρό και συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο ξεκάθαρων αρμοδιοτήτων για τον έγκαιρο προγραμματισμό, σχεδιασμό, μελέτη και υλοποίηση των έργων. Το έλλειμα αυτό έγινε ακόμη πιο εμφανές μετά την κατάργηση του Ο.Ρ.ΘΕ. (σε αντίθεση με την Αθήνα), ενώ το Περιφερειακό Χωροταξικό Πλαίσιο της Κεντρικής Μακεδονίας δίνει κατά βάσιν κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα και όχι σε επίπεδο μητροπολιτικής περιοχής. Ως αποτέλεσμα, τον ουσιαστικό σχεδιασμό έχει αναλάβει είτε η ιδιωτική πρωτοβουλία, με την εκπόνηση Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΕΠΣ) για έργα στρατηγικής σημασίας, είτε η τοπική αυτοδιοίκηση, χωρίς όμως τα έργα αυτά να έχουν έναν κεντρικό χωρικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς διαδραστικότητα μεταξύ όμορων περιοχών και δήμων και κυρίως με αποσπασματικό τρόπο και χωρίς την “ομπρέλα” της μητροπολιτικής εμβέλειας της Θεσσαλονίκης.

2. Η ιδιαιτέρως εμφανής αδυναμία της πόλης να έρθει σε ένα minimum επίπεδο συνεννόησης, συν-αντίληψης και συνεργασίας που είναι απαραίτητα συστατικά για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση οποιουδήποτε έργου που έχει δημόσιο συμφέρον. Είναι γνωστά τα δεκάδες παραδείγματα έργων, ορισμένα από τα οποία είχαν ήδη μπει στην έναρξη των εργασιών τους, τα οποία τορπιλίστηκαν για λόγους πολύ πέρα από τους τεχνοκρατικούς. Πολιτικές σκοπιμότητες, τοπικές αντιπαλότητες, έριδες για την πατρότητά τους καθώς και μία υπέρμετρα ακτιβιστική διάθεση μίας μερίδας της πόλης προς κάθε αναπτυξιακό έργο, έχουν οδηγήσει σε εκτροχιασμό έργων στο παρελθόν. Ατέρμονες ενστάσεις, προσφυγές, διαμαρτυρίες και εντάσεις συντελούν προς αυτή την κατεύθυνση διαχρονικά. Η πόλη πρέπει να αντιληφθεί ότι ο συμμετοχικός διάλογος έχει ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Μετά το πέρας αυτού του ορίου, και με σεβασμό ασφαλώς όλων των ορθών μελετητικών διαδικασιών και των δικαστικών αποφάσεων, κάθε περαιτέρω διεκδίκηση απλώς τορπιλίζει την έγκαιρη ολοκλήρωσή τους.

3. Το δαιδαλώδες και γραφειοκρατικό σύστημα συμβάσεων δημόσιων έργων, όπως αυτό προκύπτει από τον Ν.4412/16 και τις εκατοντάδες τροποποιήσεις του. Το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί σε μία σειρά δυνητικών καθυστερήσεων, οι οποίες εκτροχιάζουν το αρχικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των δημόσιων έργων. Ενδεικτικά μόνο μπορούν να αναφερθούν:

Καθυστέρηση της έναρξης των εργασιών. Τα θέματα των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και της απόδοσης του εργοταξιακού χώρου στον ανάδοχο αποτελούν βασικότατη αιτία καθυστερήσεων, καθότι η τελική τους κύρωση μπορεί να διαρκέσει ακόμη και 5-6 χρόνια.

Καθυστερήσεις λόγω δικαστικών διενέξεων. Είναι συνήθης η πρακτική των αλλεπάλληλων προσφυγών από συλλογικότητες, φορείς εκπροσώπησης, ομάδες πολιτών κ.ά., οι οποίοι εξαντλώντας κάθε (ασφαλώς νόμιμο) επίπεδο προσφυγής εναντίον των σταδίων εξέλιξης των έργων, οδηγούν σε μακροχρόνιες καθυστερήσεις και ατέρμονες δικαστικές διενέξεις, πολλές φορές δε με τα εργοτάξια ήδη εν εξελίξει, οδηγώντας πέρα από τις σημαντικές ολισθήσεις στο χρονοδιάγραμμα, και σε όχληση της ίδιας της πόλης από τα ανοικτά εργοτάξια.

Καθυστερήσεις λόγω δικαστικών προσφυγών μεταξύ των δυνητικών αναδόχων. Η έλλειψη ενός σαφούς πλαισίου για τη δυνατότητα προσφυγής μόνο σε ένα επίπεδο καθώς και της διαχρονικής καθυστέρησης στην έκδοση των σχετικών δικαστικών αποφάσεων, οδηγεί σε υπέρμετρη αξιοποίηση αυτού του πλαισίου από ορισμένους δυνητικούς αναδόχους, με αποτέλεσμα τις σημαντικότατες καθυστερήσεις στην τελεσιδικία των αποφάσεων και κατ’ επέκταση στην έναρξη των εργασιών.

Καθυστερήσεις λόγω αδυναμίας ολοκλήρωσης των έργων εξαιτίας των μεγάλων εκπτώσεων στην προσφορά. Αν και έχουν γίνει ορισμένες νομοθετικές ρυθμίσεις για τον περιορισμό του φαινομένουτων ιδιαίτερων μεγάλων εκπτώσεων (ειδικά κατά την περίοδο της κρίσης, το φαινόμενο είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις), εν τούτοις, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της οικονομικής και τεχνικής αδυναμίας του αναδόχου να ολοκληρώσει τεχνικά άρτια και κυρίως έγκαιρα το έργο. Ως αποτέλεσμα οι αναθέτουσες αρχές καλούνται να δώσουν συνεχείς παρατάσεις, υπό τον φόβο της διάλυσης της σύμβασης και της επανέναρξης του έργου από τον επόμενο μειοδότη.

Γίνεται νομίζω σαφές μέσα από όλο αυτό το πυκνό πλέγμα των παραμέτρων που αναφέρθηκαν παραπάνω, ότι οι αιτίες που οδηγούν σε ουσιώδεις καθυστερήσεις στην ορθή (τεχνικά-λειτουργικά-χρονικά) υλοποίηση των έργων υποδομής που τόσο έχει ανάγκη η Θεσσαλονίκη, είναι πολλαπλές και άπτονται όλων των επιπέδων διοίκησης. Από την κεντρική εξουσία και την εκάστοτε κυβέρνηση, μέχρι το τοπικό πολιτικό προσωπικό και τους Ο.Τ.Α. κάθε επιπέδου. Κυρίως όμως διατρέχει την ίδια την κοινωνική δομή και τους πολίτες της.

Η ίδια η πόλη οφείλει να καθίσει στο τραπέζι μίας εκτεταμένης συζήτησης σχετικά με τη συλλογική της λειτουργία. Με τους στόχους, τις επιδιώξεις, τα απαραίτητα έργα υποδομής και την προτεραιοποίησή τους (καθότι οι πόροι δεν είναι ούτε ανεξάντλητοι, ούτε ισόβιοι), το θεσμικό πλαίσιο χωρικού σχεδιασμού και διακυβέρνησής της, τις αρμοδιότητες και τις διεκδικήσεις της. Μέσα σε ένα τόσο ανταγωνιστικό πλαίσιο ανταγωνισμού των πόλεων σε περιφερειακό αλλά και εθνικό επίπεδο, η Θεσσαλονίκη δεν έχει την πολυτέλεια να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις.


Το άρθρο παρουσιάζεται και στο νέο τεύχος ΚΤΙΡΙΟ/forThess – Φεβρουάριος 2026, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ΕΔΩ.



Γράψτε ένα σχόλιο


Αποδέχομαι τους ΟΡΟΥΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΗΣΗΣ

* Όριο σχολίων: 120 λέξεις / 750 χαρακτήρες


Μεγάλοι
Χορηγοί

Μεγάλοι
Χορηγοί